Η θεολογία του προσώπου
του Ευγένιου Αρανίτση
Στο 'Η κλειστή πνευματικότητα και το νόημα του εαυτού', μελέτη της θεολογικής και φιλοσοφικής σκηνής όπου έλαβε χώρα η ιστορική αλλοτρίωση μιας πνευματικότητας καθηλωμένης στο ρεμβασμό της παντοδυναμίας, ο Νικόλαος Λουδοβίκος διαλέγει να ολοκληρώσει το δοκίμιό του θίγοντας, αντιπολιτευτικά, τις θέσεις τόσο του Γιανναρά όσο και του Ράμφου -τρεις θέσεις, επομένως, αποκλίνουσες και δη με τρόπο, αν θέλετε τη γνώμη μου, πολύ επιμορφωτικό.
Αφησα ήδη να εννοηθεί ότι η κριτική του Λουδοβίκου στη θεμελίωση της προτεραιότητας του προσώπου έναντι της Ουσίας, την οποία επωμίζεται ο Γιανναράς, μάλλον αδικεί τον τελευταίο, που η προσπάθειά του να σκιαγραφήσει τις δυνατότητες υπερβατικής ελευθερίας του ενυπόστατου Είναι ως προσωπικό τοπίο του κοινωνείν χαρακτηρίζονται, αν μη τι άλλο, από μια θεολογική τόλμη άνευ προηγουμένου, όσα και αν χρωστάει στον Χάιντεγκερ. Αν σκεφτεί κανείς πως η θεολογική κοινότητα ευνόησε άπειρα κίνητρα για λήθη, σ' έναν χώρο όπου ο μαρασμός είχε προσλάβει επί δεκαετίες το ύφος της εμβρόντητης παραλυσίας απέναντι στην πρόκληση να διαιτητεύσουμε μεταξύ της παράδοσης και των μελαγχολικών εξελίξεων της νεωτερικότητας, η τομή που επιχείρησε ο Γιανναράς φαίνεται εντέλει να οφείλει λιγότερα στο Γερμανό φιλόσοφο από όσα σ' έναν θαυμαστά ευαισθητοποιημένο κοινό νου, ύστατο δεκανίκι του ψυχισμού μας.