Ἂν θελήσει κάποιος να συμμετάσχει στη σύγχρονη συζήτηση περί ψυχῆς, ἢ περί τῆς σχέσης νοῦ και σώματος θα πρέπει να λάβει ὑπόψη του τη βασική προϋπόθεση τῆς σύγχρονης ἒρευνας: οἱ θεωρίες εἶναι εὐπρόσδεκτες στο βαθμό που περικλείουν καί τίς δυνατότητες ἐμπειρικῆς τους πιστοποίησης. Οἱ θεωρούμενες ἀπό κάποιους ὡς ἀναντίρρητες ἐκδηλώσεις τῆς ψυχῆς, ἂν δεν ἐκπληρώνουν το παραπάνω ζητούμενο, μποροῦν να παρουσιαστοῦν, ἂν και με ἐπιφυλακτικότητα, σε ἐκεῖνα τα σημεῖα τῆς σύγχρονης ἑρμηνευτικῆς τοῦ ἀνθρώπου ὃπου παρουσιάζονται ἀποδεκτά ἀπ’ ὃλους χάσματα ἢ ἀντιφάσεις. Βέβαια για τις ἐνέργειες τῆς ψυχῆς δεν μποροῦμε να μιλᾶμε μόνο μέ αὐτό τόν τρόπο. Ἐνδέχεται, για παράδειγμα, να μιλήσουμε πολύ διαφορετικά στά πλαίσια μιᾶς παράδοσης ἢ μιᾶς κοινότητας ὃπου ὃλοι ξεκινᾶνε ἀπό μιά κοινή βάση, γιά τήν ἐγγυρότητα τῆς ὁποίας ἒχουν πεισθεῖ μέσα ἀπό ἂλλου εἲδους ἐμπειρίες.
Οἱ σύγχρονες ἒρευνες για τη σκέψη, τη συνείδηση, τη διαίσθηση, την προσοχή, την ἐλευθερία και τά συναισθήματα προϋποθέτουν την ὑπολογιστική μεθοδολογία. Οι μηχανιστικές προσεγγίσεις τοῦ ἐπιστητοῦ μαρτυρούν γενικότερα γιά μιά στάση ἀπέναντι στον κόσμο, που ἒχει προγραμματικά ἐπιλεγεῖ και ἑδραιωθεῖ μετά ἀπό πολλούς ἐλιγμούς, τροποποιήσεις, ἐνστάσεις καί διασαφήσεις. Στό «γεωμετρικό» πνεῦμα πού ἐπικράτησε στό χῶρο τῆς ἐπιστήμης οἱ ἀλληλουχίες τῶν συμβάντων ἀναπτύσσονται αἰτιοκρατικά μέσα στό χρόνο. Οἱ ἀλληλεπιδράσεις εἶναι τοπικοῦ χαρακτήρα κι αὐτό με την ἒννοια ὃτι ἡ κάθε διαμόρφωση παράγεται εξολοκλήρου από την προηγούμενη, με τη δράση σαφῶν δυνάμεων και νόμων, αὐτῶν που ἢδη ἒχει ἀναγνωρίσει στις ἒρευνες της ἡ φυσική ἐπιστήμη. Ἀποκλείεται κάθε δυνατότητα ἐπιρροῆς ἑνός συμβάντος που πρόκειται να συμβεῖ ἢ μιᾶς ὁλότητας που δεν ἒχει ἀκόμη ἀπαρτισθεῖ. Εἶναι φανερό ὃτι με αὐτό τόν τρόπο δίνεται ὀντολογική προτεραιότητα στο στοιχειῶδες ἒναντι του σύνθετου ἢ τῆς ὁλότητας. Σε ἓνα τέτοιο πλαίσιο εἶναι σαφές γιατί η ἒρευνα στοχεύει στην εύρεση των στοιχειωδών σωματιδίων ή οντοτήτων στη φυσική, των ατομικών προτάσεων στη γλωσσολογία, των λειτουργικών και ανατομικών μονάδων στη βιολογία, των στοιχειωδών νοητικών αναπαραστάσεων και υπομηχανισμών ή υποσυστημάτων στις νοητικές λειτουργίες του εγκεφάλου, των στοιχειωδών χαρακτηριστικών των μορφών στην οπτική αντίληψη κλπ. Σε μια πιο ἐπεξεργασμένη μορφή αὐτή ἡ θέση σημαίνει ὃτι ὃλα ὃσα γνωρίζουμε, ἀλλά και οἱ ἱκανότητες και οἱ διαθέσεις μποροῦν να ἀπεικονισθοῦν καταρχάς, και να ἑρμηνευθοῦν οἱ μεταξύ τους διεργασίες ἀπό ἓνα σύστημα συμβόλων, κανόνων και μαθηματικῶν σχέσεων που περιγράφονται ἀπό μαθηματικές συναρτήσεις[1].
Για το ἐνδεχόμενο τῆς ὓπαρξης νοητικῶν ἐνεργειῶν μποροῦμε να συζητήσουμε στα ἐξῆς θέματα.