Χρήστος Γιανναράς
Παρά
την πληθώρα των πολιτισμικών μειονεκτημάτων, πιστεύω πως η εποχή μας,
σε σύγκριση με τους αιώνες της μεγάλης αιχμής της εκκλησιαστικής
θεολογίας, επωφελείται από ένα διπλό προνόμιο. Αναφέρομαι συγκεκριμένα
στην γνώση της φύσης που η σύγχρονη επιστήμη (και ιδιαίτερα η
κβαντομηχανική) μας έχει χαρίσει με την γλώσσα και την μέθοδο της
σύγχρονης επιστημονικής έρευνας, καθώς και στους ορίζοντες που η
σύγχρονη επιστήμης της ψυχολογίας-ψυχανάλυσης έχει ανοίξει για την
μελέτη του ανθρώπινου υποκειμένου.
Είμαι της γνώμης ότι οι μεγάλοι Πατέρες και δάσκαλοι της Εκκλησίας δεν αγνόησαν της επιστημονική γνώση της εποχής του. Αντίθετα, την χρησιμοποίησαν για να φωτίσουν την ερμηνεία του υπαρκτού και πραγματικού που διακηρύσσει η εκκλησιαστική εμπειρία. Πείθεται κανείς για αυτό απλώς με την εξέταση των πατερικών σχολίων στην ομιλία εις την εξαήμερον, ή από την ορολογία και την μεθοδολογία που οι Πατέρες προσλαμβάνουν από το "περί ψυχής" του Αριστοτέλη: Η εκκλησιαστική θεολογία είναι η ζείδωρος συνέχεια του γεγονότος της ενσάρκωσης του Λόγου: λαμβάνει αδιάλειπτα σάρκα ιστορική, εμψυχώνοντας αυτό που έχει προσλάβει.
Θα επιχειρήσω να καταδείξω σύντομα πώς αυτή η διαδικασία της διανοητικής ενσωμάτωσης μπορεί να επιτευχθεί σήμερα, βασιζόμενη στα συμπεράσματα της ψυχοαναλυτικής έρευνας πάνω στην πρωτογενή συγκρότηση του ανθρώπινου υποκειμένου. Τι βαθμός αμοιβαίας συμπληρωματικότητας υπάρχει μεταξύ της ψυχαναλυτικής θεώρησης του ανθρώπινου υποκειμένου και της εκκλησιαστικής ερμηνείας του ανθρώπου ως προσώπου;. Μπορώ να προσφέρω μονάχα κάποιες νύξεις, αλλά πιστεύω πως προσφέρουν γόνιμο έδαφος για περαιτέρω έρευνα. Είναι κοινή γνώση ότι στην σύγχρονη επιστήμη δεν υπάρχουν βεβαιότητες. Μπορούν να υπάρξουν μόνο διαψεύσιμες ερμηνευτικές προτάσεις οι οποίες γίνονται αποδεκτές υπό τον όρο ότι δεν υπάρχουν άλλες προτάσεις με ευρύτερες ερμηνευτικές δυνατότητες.
Είμαι της γνώμης ότι οι μεγάλοι Πατέρες και δάσκαλοι της Εκκλησίας δεν αγνόησαν της επιστημονική γνώση της εποχής του. Αντίθετα, την χρησιμοποίησαν για να φωτίσουν την ερμηνεία του υπαρκτού και πραγματικού που διακηρύσσει η εκκλησιαστική εμπειρία. Πείθεται κανείς για αυτό απλώς με την εξέταση των πατερικών σχολίων στην ομιλία εις την εξαήμερον, ή από την ορολογία και την μεθοδολογία που οι Πατέρες προσλαμβάνουν από το "περί ψυχής" του Αριστοτέλη: Η εκκλησιαστική θεολογία είναι η ζείδωρος συνέχεια του γεγονότος της ενσάρκωσης του Λόγου: λαμβάνει αδιάλειπτα σάρκα ιστορική, εμψυχώνοντας αυτό που έχει προσλάβει.
Θα επιχειρήσω να καταδείξω σύντομα πώς αυτή η διαδικασία της διανοητικής ενσωμάτωσης μπορεί να επιτευχθεί σήμερα, βασιζόμενη στα συμπεράσματα της ψυχοαναλυτικής έρευνας πάνω στην πρωτογενή συγκρότηση του ανθρώπινου υποκειμένου. Τι βαθμός αμοιβαίας συμπληρωματικότητας υπάρχει μεταξύ της ψυχαναλυτικής θεώρησης του ανθρώπινου υποκειμένου και της εκκλησιαστικής ερμηνείας του ανθρώπου ως προσώπου;. Μπορώ να προσφέρω μονάχα κάποιες νύξεις, αλλά πιστεύω πως προσφέρουν γόνιμο έδαφος για περαιτέρω έρευνα. Είναι κοινή γνώση ότι στην σύγχρονη επιστήμη δεν υπάρχουν βεβαιότητες. Μπορούν να υπάρξουν μόνο διαψεύσιμες ερμηνευτικές προτάσεις οι οποίες γίνονται αποδεκτές υπό τον όρο ότι δεν υπάρχουν άλλες προτάσεις με ευρύτερες ερμηνευτικές δυνατότητες.