Δεν ήταν δυνατό να τον συλλάβουν την ώρα που δίδασκε στο ναό που είχε κτίσει ο Ηρώδης ο Μέγας, διότι ένιωθαν ότι θα υπήρχαν αντιδράσεις. Έτσι σχεδίασαν προσεκτικά τη σύλληψή Του. Πρώτα συνεννοήθηκαν με μέλος του στενού του κύκλου, τον μαθητή Του Ιούδα Ισκαριώτη, και του προσέφεραν αμοιβή για την πράξη του, έπειτα, αφού εξασφάλισαν το συνεργάτη, το ενδιαφέρον τους εστράφη στο να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία. Για να είναι επιτυχημένη και ασφαλείς γι’ αυτούς, η προδοσία και η σύλληψη έπρεπε να γίνει νύχτα, έξω από την Πόλη, ενώ ο Ιησούς δεν θα ήταν περιτριγυρισμένος από τα πλήθη του λαού που τον είχαν δοξάσει προ ολίγων ημερών κατά την είσοδό Του στην πόλη.
Όλα έπρεπε να γίνουν «ἄτερ ὄχλου».
Το «ἄτερ» είναι πρόθεση, η οποία συντάσσεται με γενική και σημαίνει «χωρίς».
Πρόβλημα, λοιπόν, η παρουσία του όχλου για αυτούς που σχεδίαζαν τη θανάτωση του Κυρίου.